«Οι Πατέρες και η έννοια της Παράδοσης» - π. Andrew Louth - Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου

“The Fathers and the Concept of Tradition” Rev. Dr. Andrew Louth - Volos Academy for Theological Studies.

Κτήριο Κωστής Παλαμάς (Ακαδημίας και Σίνα) Αθήνα.
Διάρκεια: 1:38:48
Ημερομηνία εγγραφής:
Παραγωγή: intv.gr
Σκηνοθεσία: Γιώργος Αρβανίτης
Copyright: intv.gr

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου ευχαριστεί θερμά το Ίδρυμα Virginia H. Farah Foundation για την οικονομική του υποστήριξη στην διοργάνωση και πραγματοποίηση των διαλέξεων και του σεμιναρίου του π. Andrew Louth σε Βόλο και Αθήνα.

The Volos Academy for Theological Studies would like to warmly thank the Virginia H. Farah Foundation, which made possible, through its generous financial support, Fr Andrew Louth's lectures and seminar in Volos and Athens.

 

 

π. Andrew Louth

Οι Πατέρες και η έννοια της Παράδοσης - The Fathers and the Concept of Tradition

Μετάφραση Νίκος Ἀσπρούλης

Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν
Ἀθήνα, 16 Μαΐου 2013

Μὲ τὴν εὐγενικὴ χορηγία τοῦ Όρθοδόξου Ἱδρύματος Virginia H. Farah Foundation

Κείμενο ἐργασίας - Δὲν προορίζεται γιὰ δημοσίευση

Πρὶν ἀπὸ τρία περίπου χρόνια ἔλαβε χώρα στὸ Βόλο ἕνα συνέδριο μὲ θέμα «Νέο-πατερικὴ σύνθεση ἢ Μεταπατερικὴ θεολογία;». Στὴν ὁμιλία μου αὐτὴ θὰ προσπαθήσω νὰ διατυπώσω κάποιες σκέψεις πάνω σὲ ὁρισμένα ζητήματα τὰ ὁποῖα, νομίζω, ὅτι θεωρήθηκαν τότε ὡς δεδομένα ἐνῷ θὰ ὠφελοῦσε πολλαπλὰ ἐὰν διατυπώνονταν μὲ ἕνα περισσότερο ξεκάθαρο τρόπο.

Ὅταν σκεφτόμαστε τὴν νέο-πατερικὴ σύνθεση, φέρνουμε στὸ μυαλό μας θεολόγους ὅπως ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ καὶ ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ ἢ ἐνδεχομένως ἡ Myrrha Lot-Borodine, θεολόγους τῶν ὁποίων ἡ σκέψη βασίστηκε στην επιστροφή στους Πατέρες της Εκκλησίας. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ θεολόγοι κάνουν ἐπίσης λόγο γιὰ τὴν παράδοση καὶ κατανοοῦν τὴν ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες ὡς τὸν ἀναγκαῖο συνδεκτικὸ κρίκο μὲ τὶς ρίζες τῆς αὐθεντικῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παράδοσης. Ὁ Φλωρόφσκυ, επί παραδείγματι, στὰ περισσότερα σύντομα ἄρθρα του γιὰ τὴν παράδοση, ποὺ βρίσκονται στὸν Α´ τόμο τῶν Ἀπάντων του, ἐξομοιώνει σχεδὸν ἀπόλυτα τους Πατέρες μὲ τὴν παράδοση: εἶναι οἱ Πατέρες ποὺ διατηροῦν καὶ μεταδίδουν τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους φτάνει σὲ ἐμᾶς διὰ μέσου τῶν Πατέρων. Κάνει μάλιστα ὁ ἴδιος ὁ Φλωρόφσκυ μία προσπάθεια νὰ ὁρίσει μὲ μεγαλύτερη σαφήνεια αὐτὸ ποὺ ἔχει στὸ μυαλό του:
«Πρῶτον ἡ φράσις ‘οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας’ ἔχει εἰς τὴν πραγματικότητα καταφανῶς τόνον περιοριστικό: ἐνήργουν ὄχι ἁπλῶς ὡς ἄτομα, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς viri ecclesiastici (ἡ προσφιλὴς ἔκφρασις τοῦ Ὠριγένους), διὰ λογαριασμὸν καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἐκκλησίας. Ἤσαν ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, σχολιασταὶ τῆς πίστεώς της, τηρηταὶ τῆς Παραδόσεώς της, μάρτυρες τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς πίστεως – magistri probabiles, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἁγίου Βικεντίου... Δεύτερον, τὸ consensus partum ἦταν ἔγκυρον καὶ δεσμευτικὸν καὶ ὄχι αἳ προσωπικαί των γνῶμαι καὶ ἀπόψεις, μολονότι καὶ αὐταὶ ἀκόμη δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραμερισθοῦν ἐν σπουδῇ. Ἐξ ἄλλου αὐτὸ τὸ consensus ἦταν κάτι πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἁπλὴν ἐμπειρικὴν συμφωνίαν ἀτόμων. Τὸ ἀληθὲς καὶ αὐθεντικὸν consensus ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἀντανακλᾷ τὸ ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα».

Ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ἔννοια τῆς παράδοσης στὸ ἄρθρο του «Παράδοση καὶ Παραδόσεις», ποὺ γράφτηκε γιὰ τὸ βιβλίο ποὺ ὁ ἴδιος, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Leonid Ouspensky, ἔγραψε μὲ τίτλο Τὸ νόημα τῶν Εἰκόνων. Πρόκειται γιὰ μία ἐμβριθῆ καὶ βαθυστόχαστη μελέτη στὴν ὁποία, ὡστόσο, ὅταν ὁ Λόσκυ ἐπιχειρεῖ νὰ προσδιορίσει τὴν παράδοση, τὸν βλέπουμε νὰ μιλάει γιὰ μία «ἀλληλεξάρτηση ἀνάμεσα στὴν ‘Παράδοση τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας’ (τὴν ἱκανότητα γνώσεως τῆς Ἀλήθειας ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι) καὶ τὴν ‘διδασκαλία τῶν Πατέρων’ (= ὁ κανὼν τῆς πίστεως ποὺ διατηρήθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία) », μία θεώρηση ποὺ δὲν βρίσκεται πολὺ μακριὰ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ συναντήσαμε στὸν Φλωρόφσκυ. Οἱ ἔννοιες «Πατέρες» καὶ παράδοση βρίσκονται πολὺ κοντὰ ἡ μία στὴν ἄλλη: εἶναι ἀκριβῶς στοὺς Πατέρες ποὺ βρίσκουμε τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς νομίζω ποὺ βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὴν ἀπροθυμία νὰ κατανοηθεῖ ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ὡς «ἐπέκεινα τῶν Πατέρων», διότι κάτι τέτοιο θὰ ἰσοδυναμοῦσε μὲ τὸ «ἐπέκεινα τῆς παραδόσεως», ποὺ εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητο. Ὡστόσο, εἶναι ἀνάγκη νὰ προχωρήσουμε «ἐπέκεινα τῶν Πατέρων», κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο τόσο ὁ Φλωρόφσκυ ὅσο καὶ ὁ Λόσκυ εἶναι ἀπόλυτα ξεκάθαροι. Τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνει κάποιος ἁπλὰ τοὺς Πατέρες σημαίνει ὅτι ἀποτυγχάνει στὸ ἔργο τοῦ θεολόγου. Ἡ ἔννοια «πατερικὸ φρόνημα» ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Φλωρόφσκυ, ἀποτελεῖ μία προσπάθεια νὰ βρεθεῖ ἕνας τρόπος δημιουργικῆς ἀνάπτυξης τῆς πατερικῆς σκέψης, χωρὶς οἱ μορφὲς σκέψης τῆς ἐποχῆς τῶν Πατέρων νὰ καθίστανται ἐμπόδιο σ’ αὐτό.

Θὰ ἤθελα τώρα νὰ ἐξετάσω αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀπὸ μία κάπως διαφορετικὴ προοπτική. Οἱ Πατέρες καὶ ἡ παράδοση ἐξομοιώνονται ὅταν σκεφτόμαστε τὴν παράδοση στὴν ἐνεργητική, προφορικὴ ἔννοιά της — ὅταν σκεφτόμαστε τὴν διαδικασία ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία τὸ Εὐαγγέλιο μεταδίδεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, καθὼς φαίνεται ὅτι εἶναι οἱ Πατέρες ποὺ μεταδίδουν αὐτὴ τὴν παράδοση. Ἐπιπλέον, οἱ Πατέρες οἱ ἴδιοι δὲν γίνονται, ἁπλῶς αὐτοὶ ποὺ μεταδίδουν τὴν παράδοση, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τὸ ἴδιο τὸ περιεχόμενο τῆς παράδοσης — στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς παράδοσης χρησιμοποιεῖται στὴν παθητική, κατά κυριολεξία, ἔννοιά της. Οἱ Πατέρες μεταβιβάζουν τὴν παράδοση, ἔχοντας γίνει οἱ ἴδιοι μέρος τῆς παράδοσης. Ὅταν τοὺς διαβάζουμε βυθιζόμαστε στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸς ὡστόσο δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο βυθιζόμαστε στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας: οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν ἐπίσης ἕναν θησαυρὸ τῆς παράδοσης, τὸν ὁποῖο θεωροῦμε ἐξίσου πατερικό. Ἀποδίδουμε τὶς δυὸ βασικὲς εὐχαριστιακὲς λειτουργίες σὲ δύο ἀπὸ τοὺς Πατέρες, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσοστόμο καὶ τὸν Μέγα Βασίλειο, ὅπως καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὕμνους καὶ τὰ τροπάρια ποὺ ψάλλουμε ἔχουν συντεθεῖ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ἐνῷ ἐπιπλέον πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὕμνους ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἀποσπάσματα ποὺ ἔχουν ληφθεῖ ἀπὸ πατερικὰ κείμενα, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὶς ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Οἱ Πατέρες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μεταβίβασαν τὴν παράδοση καὶ τὰ ἔργα τῶν Πατέρων ἔφτασαν σὲ μᾶς διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Ἂν καὶ ὑπάρχει ἀρκετὴ ἀλήθεια στὴν τελευταία αὐτὴ πρόταση, ὡστόσο πρόκειται μόνο γιὰ τὴν μισὴ ἀλήθεια. Ἐξεπλάγην ἀπὸ αὐτό, ὅταν σὲ ἕνα συνέδριο ποὺ ἔγινε τὸν περασμένο Δεκέμβριο στὸ Ὄσλο γιὰ τὴν ἔννοια «τοῦ κανονικοῦ ἐδάφους και τὴ θρησκευτικὴ ἐλευθερία», τόσο ὁ Δρ Παντελὴς Καλαϊτζίδης ὅσο καὶ ἐγὼ ἀναφερθήκαμε —προσκομίζοντάς τα ὡς τεκμήρια γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση— σὲ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολή, ἡ ὁποία λέει γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ὅτι «κατοικοῦν στὶς ἰδιαίτερες πατρίδες τους, ἀλλὰ σὰν περαστικοὶ καὶ ταξιδιῶτες. Συμμετέχουν σὲ ὅλα σὰν πολῖτες, καὶ ὅμως ὑπομένουν τὰ πάντα σὰν ξένοι. Κάθε ξένη χώρα εἶναι πατρίδα τους καὶ κάθε πατρίδα τὴ θεωροῦν ξένη χώρα» (Πρὸς Διόγνητον, κεφ. 5). Τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μία ἀπόδειξη γιὰ τὸ πῶς ἕνας χριστιανὸς τοῦ 2ου μ. Χ. αἰῶνα ἀντιλαμβανόταν τὴ σχέση τῶν χριστιανῶν πρὸς τὴ ρωμαϊκὴ κοινωνία στὴν ὁποία ζοῦσαν. Ἀποτελεῖ, ὅμως, ἄραγε τὸ κείμενο αὐτὸ μέρος τῆς πατερικῆς μαρτυρίας, μέρος τῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας; Διότι θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ δὲν μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Μάλιστα ἡ ἱστορία του εἶναι περίεργη. Δὲν γνωρίζουμε σχεδὸν τίποτε γι’ αὐτὸ ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες. Ὁ Εὐσέβιος, ἂν καὶ ἐπιχειρεῖ στὸ ἔργο του Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία μία σοβαρὴ προσπάθεια ἐπισκόπησης τῆς γραμματείας τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, δὲν κάνει μνεία σ’ αὐτό. Παρέμεινε ἄγνωστο μέχρι περίπου τὸ 1435, ὅταν ὁ Θωμᾶς τοῦ Arezzo, ἕνας νεαρὸς Ἰταλὸς σπουδαστής στὴν Κωνσταντινούπολη, παρατήρησε ὅτι κάποιος ἀρχαῖος κώδικας χρησιμοποιοῦνταν γιὰ νὰ τυλίξουν τὰ ψάρια στὸ ἰχθυοπωλεῖο, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἴδιος νὰ ἀγοράσει τὸν κώδικα ἀντὶ γιὰ τὰ ψάρια. Ἡ Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολὴ ἦταν ἡ πέμπτη πραγματεία τοῦ κώδικα, ἐνῷ οἱ προηγούμενες τέσσερις ἀποδόθηκαν ἐσφαλμένα στὸν Ἰουστίνο τὸν Φιλόσοφο καὶ Μάρτυρα. Ἐπιγράφεται: «Ἡ ἴδια πρὸς τὸν Διόγνητον», ἀλλὰ ὅπως καὶ οἱ ἄλλες μελέτες δὲν ἀνήκει κι αὐτὴ στὸν Ἰουστίνο. Τὸ μοναδικὸ αὐτὸ χειρόγραφο μεταφέρθηκε στὴ Δύση καὶ ἀποτέλεσε τὴ βάση γιὰ διάφορες ἐκδόσεις, μὲ πρώτη ἐκείνη τοῦ Henri Estienne (Stephanus), τὸ 1592. Τὸ χειρόγραφο δὲν διασῴζεται σήμερα: καταστράφηκε ὅταν ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Στρασβούργου κάηκε τὸ 1870, ἐξαιτίας τοῦ Γάλλο-Πρωσικοῦ πολέμου. Δὲν ἀποτελεῖ, πάντως, μὲ τὴν συνηθισμένη ἔννοια, μέρος τῆς «παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας»: διασώθηκε γιὰ νὰ ἀποτελεῖ, στὴν πραγματικότητα, τὴ φευγαλέα μαρτυρία ἀπὸ τὴν «σπιρτάδα» ἑνὸς Ἰταλοῦ σπουδαστῆ στὴν Κωνσταντινούπολη, μίας ἄγνωστης στιγμῆς τοῦ 2ου μ. Χ. αἰῶνα. Πρόκειται γιὰ ἕνα δῶρο τῆς ἐπιστήμης στὴν Ἐκκλησία, καὶ ὄχι γιὰ κάτι τὸ ὁποῖο ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία διέσωσε καὶ ἐξετίμησε.

Τὸ παράδειγμα αὐτὸ μᾶς προσανατολίζει, νομίζω, πρὸς ἕνα γενικότερο ζήτημα ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ θέση τῶν Πατέρων, τὴ θέση τῶν πατερικῶν σπουδῶν στὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἡ ἀντίληψή μας γιὰ τοὺς Πατέρες, τὰ ἔργα τους ποὺ γνωρίζουμε καὶ ὁ τρόπος ποὺ τὰ κατηγοριοποιοῦμε δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μᾶλλον μέρος τῆς παράδοσης τῆς ἐπιστήμης. Ἂς φέρουμε ἕνα παράδειγμα, ποὺ ἀποτελεῖ σχεδὸν πιστὴ ἀντανάκλαση τοῦ παραδείγματος τῆς Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολῆς: οἱ λεγόμενοι Ἀποστολικοὶ Πατέρες. Ὁ ἴδιος ὁ τίτλος δηλώνει μία ἐκκλησιαστικὴ ἀξιολόγηση: πρόκειται γιὰ τοὺς Πατέρες ποὺ βρίσκονταν πολὺ κοντὰ στοὺς Ἀποστόλους. Οἱ Πατέρες καὶ τὰ ἔργα ποὺ περιλαμβάνονται ὑπὸ τὸν τίτλο αὐτὸ εἶναι, ὁ Κλήμης Ρώμης, ὁ Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, ὁ Πολύκαρπος Σμύρνης — ἡ ἐπιστολή του καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ μαρτυρίου του, ὁ Ἑρμᾶς Ρώμης, ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Βαρνάβα καὶ ἡ Διδαχή. Ὅλοι τους ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία του. Ὡστόσο, ἀνεξάρτητα ἀπ’ αὐτό, δὲν πρόκειται στὴν περίπτωση αὐτὴ γιὰ ἔργα ποὺ ἀποθησαυρίστηκαν καὶ διατηρήθηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἂν καὶ κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς φαίνεται ὅτι ἦταν δημοφιλεῖς κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες — γεγονὸς ποὺ ἀντικατοπτρίζεται στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τοῦ Εὐσεβίου — δὲν ὑπάρχει τὸ παραμικρὸ ἴχνος τους ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα μέχρι τὴν Ἀναγέννηση, ὅταν τὰ ἐλάχιστα διασωθέντα κείμενά τους ἄρχισαν σταδιακὰ νὰ ἀνακαλύπτονται — ὁρισμένα ἀπ’ αὐτὰ εἶχαν μάλιστα ἀντιγραφεῖ στὶς τελευταῖες σελίδες ἑνὸς χειρογράφου της Ἁγίας Γραφῆς καὶ θεωροῦνταν ὡς κανονικὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη (λ.χ. ἡ Α´ Κλήμεντος καὶ μέρος τῆς Β´ Κλήμεντος στὸν Ἀλεξανδρινὸ Κώδικα, ὁ Βαρνάβας καὶ ὁ Ποιμὴν τοῦ Ἑρμᾶ στὸν Σιναϊτικὸ Κώδικα). Κάποιος, στὸ Βυζάντιο τοῦ 11ου αἰῶνα, φαίνεται ὅτι διέθετε ἀσυνήθιστο, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἐνδιαφέρον γιὰ τέτοια πρωτοχριστιανικὰ κείμενα καὶ εἶχε ἀντίγραφα ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Κλήμεντος, τοῦ Βαρνάβα καὶ τῆς Διδαχῆς. Τὸ χειρόγραφο ἀνακαλύφθηκε ἀπὸ τὸν Φιλόθεο Βρυέννιο στὴν Βιβλιοθήκη τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων τὸ 1873. Οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Ἰγνατίου ἦταν γνωστὲς σὲ μία παρέμβλητη ἔκδοση μέχρις ὅτου ἐρευνητὲς τοῦ 17ου αἰῶνα ἀνακάλυψαν τὶς πρῶτες λατινικὲς ἐκδόσεις καὶ ἔτσι τὴν μοναδικὴ ἑλληνικὴ μαρτυρία γιὰ τὸ πρωτότυπο κείμενο. Ἑπομένως τὰ ἔργα αὐτῶν ποὺ ξέρουμε ὡς Ἀποστολικούς Πατέρες εἶναι ἔργα ποὺ ἀνακαλύφθηκαν ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὲς τῆς Ἀναγέννησης, καὶ συμπληρώθηκαν ἀπὸ τὶς ἀνακαλύψεις ἑνὸς Ἕλληνα ἐρευνητῆ τοῦ 19ου αἰῶνα. Πράγματι ἦταν μόνο κατὰ τὸν 17ο αἰῶνα ποὺ ἔγιναν γνωστοὶ ὡς «Ἀποστολικοὶ Πατέρες».

Ὁ ρόλος τῆς ἐπιστήμης γιὰ τὸ πὼς ἀντιλαμβανόμαστε τοὺς Πατέρες μπορεῖ νὰ διαφωτιστεῖ μὲ τρόπους ποὺ ἔχουν μεγαλύτερη σχέση πρὸς τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἂς πάρουμε, ὡς παράδειγμα, δυὸ ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους, γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς σύγχρονης ὀρθόδοξης θεολογίας, Πατέρες: τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Πρόκειται γιὰ δυὸ προσωπικότητες ποὺ κατέχουν τὴν πλέον ἐξέχουσα θέση στὴν Φιλοκαλία τῶν ἁγίου Μακαρίου της Κορίνθου καὶ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη. Ὡστόσο, ὁ τρόπος ποὺ παρουσιάζονται ἐκεῖ εἶναι ἰδιαίτερα ἐπιλεκτικός. Ὁ Μάξιμος ἐκπροσωπεῖται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ ἐκατοντάδες, ἂν καὶ οἱ μισές ἀπ’αὐτὲς δὲν συντέθηκαν ὡς ἑκατοντάδες ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Μάξιμο: ἐκπροσωποῦν μία σύνοψη ἀπὸ ἐπιμέρους τμήματα, κυρίως ἀπὸ τὰ ἔργα Ἐρωτήσεις πρὸς Θαλάσσιον καὶ Σχόλια, ποὺ στὴ συνέχεια προσαρτήθηκαν στὶς Ἐρωτήσεις. Ἔτσι ὁ Μάξιμος περιορίστηκε, σὲ ἕναν ὄχι καὶ τόσο ἀπαιτητικό, ασκητικό ή νηπτικό συγγραφέα, ὥστε πολὺ μικρὸς χῶρος παρέμεινε γιὰ τὴν δυναμική, ἀναλυτικὴ σκέψη του, ἢ γιὰ τὴν μεταφυσικὴ θεώρηση ποὺ ἀνέπτυξε. Ἡ ἴδια εἰκόνα περίπου ἐμφανίζεται καὶ γιὰ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὅπως παρουσιάζεται στὴν Φιλοκαλία: ἐκπροσωπεῖται κυρίως ἀπὸ νηπτικά κείμενα, εκτός από τὰ 150 Κεφάλαια, ποὺ ἀποτελοῦν μία ἁπλὴ σύνοψη τῆς τοποθέτησής του ἐνάντια στὸν Γρηγόριο Ἀκίνδυνο, καὶ τὸν Ἁγιορείτικο Τόμο, μία συνοπτικὴ ἔκθεση τῆς ἡσυχαστικῆς θέσης, ποὺ γράφτηκε ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ καὶ υἱοθετήθηκε ἀπὸ σημαντικοὺς μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Κάποιος θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὅτι ἡ Φιλοκαλία προορίζεται ὡς ἕνα πνευματικὸ ἀνάγνωσμα γιὰ τοὺς μοναχούς, κάτι ποὺ εἶναι ὄντως ἀλήθεια. Τὸ ζήτημα ὡστόσο παραμένει, καθὼς κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ περασμένου αἰῶνα, κανένας ἀπὸ τοὺς Πατέρες αὐτοὺς δὲν ἦταν γνωστὸς στὸν ὀρθόδοξο κόσμο: ἡ ἀνακάλυψή τους ἀποτελεῖ γεγονὸς τῆς πρόσφατης ἱστορίας. Ἡ ἱστορία γιὰ τὸ πῶς ἀπέκτησαν τὴ σπουδαιότητα ποὺ τώρα διαθέτουν ὡς πηγὲς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἀξιοσημείωτη. Στὴν περίπτωση μάλιστα τοῦ Παλαμᾶ, ἔφτασε ὁ ἴδιος νὰ προσλάβει ἕναν καθοριστικὸ ρόλο στὴν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας — τόσο γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀσπάζονταν τὴν νέο-πατερικὴ σύνθεση ὅσο καὶ γιὰ ἄλλους, ὅπως ὁ Bulgakov, ποὺ συνέχισαν τὴν ρωσικὴ παράδοση τοῦ 19ου αἰῶνα — ἐνάντια στὴν θέση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκπροσωποῦσε ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης, ὁ ὁποῖος ἀνακηρύχθηκε ὡς κοινὸς διδάσκαλος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας τὸ 1879, ἀπὸ τὸν Πάπα Λέοντα τὸν 13ο. Στὰ 1930 ὀρθόδοξοι θεολόγοι, ὅπως ὁ (μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος) Βασίλειος Krivocheine καὶ ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε ἐργάστηκαν πάνω στὰ χειρόγραφα του Παλαμᾶ — στὸν Ἄθω καὶ τὸ Παρίσι — ἐνῷ ἡ προσφυγὴ στὰ χειρόγραφα γιὰ σοβαρὴ ἐργασία πάνω στὸν Παλαμᾶ ἦταν ἀκόμη ἀναγκαία ὅταν ὁ π. Ἰωάννης Μέγιερντοφ ἄρχισε νὰ μελετάει τὸν Παλαμᾶ τὸ 1950. Παράλληλα μὲ τὸ θεμελιῶδες ἔργο του πάνω στὸν Παλαμᾶ, ὁ Μέγιεντορφ ἐξέδωσε τὶς Τριάδες, πιθανῶς τὴν πλέον σημαντικὴ συμβολὴ τοῦ ἴδιου στὴ δική μας κατανόηση τῆς σκέψης τοῦ ἁγίου. Σύντομα, ὑπὸ τὴν ἐκδοτικὴ καθοδήγηση τοῦ Παναγιώτη Χρήστου, θὰ ἀρχίσει ἡ ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ Παλαμᾶ.
Μὲ τὸν Μάξιμο ἡ πραγματικότητα εἶναι διαφορετική. Ὑπῆρχε ἤδη μία ἔκδοση τοῦ ἔργου του λιγότερο ἢ περισσότερο πλήρης στὴν Πατρολογία τοῦ Migne, ὡστόσο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ρωσικὴ ἔρευνα στὸ τέλος τοῦ 19ου καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ 20ου αἰῶνα, ἐλάχιστη προσοχὴ δόθηκε στὸ ἔργο του ἀπὸ ὀρθοδόξους καὶ μὴ ἐρευνητές. Ἦταν κυρίως γνωστὸς στὴν ἱστορία τοῦ δόγματος ὡς ὁ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας ἐνάντια στὴν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Ἡ κατάσταση αὐτὴ ἄρχιζε νὰ ἀλλάζει στὸν μεσοπόλεμο καὶ τότε, ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1940 καὶ ἐντεῦθεν, τὰ σημαντικὰ ἔργα τῶν Hans von Balthasar, Polycarp Sherwood καὶ Lars Thunberg ἄρχισαν νὰ φανερώνουν τὴν ἐμβέλεια καὶ τὴν ἐμβίθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Ὁμολογητῆ. Ἀκολούθησε σημαντικὴ πρόοδος τῆς ἔρευνας κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ ’70 καὶ ἔπειτα κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ ’90. Ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ’80 μία πολὺ καλὴ ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ Ὁμολογητῆ ἄρχισε νὰ ἐμφανίζεται στὴ σειρὰ Corpus Christianorum. Ὑπάρχουν ὁρισμένες ἐντυπωσιακὲς ἀντιθέσεις ἀνάμεσα στὶς ἱστορίες τοῦ σύγχρονου ἐπιστημονικοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸν Παλαμᾶ καὶ τὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν Παλαμᾶ προῆλθε κυρίως ἀπὸ Ὀρθοδόξους: ἡ ἔκδοση τῶν κειμένων γίνεται ἀπὸ ὀρθοδόξους ἐρευνητές, ἂν καὶ αὐτὴ συμπληρώνεται ἀπὸ (μᾶλλον καλύτερες) ἐκδόσεις ἀπὸ μὴ Ὀρθοδόξους. Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἔρευνας γιὰ τὸν Παλαμᾶ προῆλθε ἀπὸ ὀρθοδόξους. Ἡ περίπτωση τοῦ Μαξίμου ὑπῆρξε τελείως διαφορετική: τὸ ἀρχικὸ ἐνδιαφέρον προῆλθε κυρίως ἀπὸ μὴ ὀρθοδόξους (οἱ παραδόσεις τοῦ Φλωρόφσκυ ποὺ ἐκδόθηκαν στὰ ρωσικά τη δεκαετία τοῦ ’30, ἀποτελοῦσαν πανεπιστημιακὸ ἐγχειρίδιο, ἂν καὶ κατὰ τὴ γνώμη μου βαθυστόχαστο) καὶ αὐτὴ ἡ κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι πρόσφατα, ὅπου μὲ ἐρευνητὲς ὅπως οἱ Larchet, Toronen and Tollefsen, ἡ ὀρθόδοξη συμβολὴ ὑπῆρξε ἐπίσης σημαντική. Ὡστόσο οἱ κριτικὲς ἐκδόσεις ἀποτελοῦν ἔργο προερχόμενο ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ δυτικοὺς ἐρευνητές.

Γιὰ τὴ μελέτη γενικὰ τῶν Πατέρων, ἡ περίπτωση τοῦ Μαξίμου ὑπῆρξε περισσότερο τυπικὴ ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Παλαμᾶ: ὁ πλοῦτος τῆς πατερικῆς παραδόσεως ἀνακαλύφθηκε ἐκ νέου καὶ κατέστη διαθέσιμος ἀπὸ δυτικοὺς ἐρευνητές, τόσο (κυρίως) ρωμαιοκαθολικοὺς ὅσο καὶ προτεστάντες. Αὐτὸ ποὺ κατανοοῦμε ὡς πατερικὴ παράδοση στὶς μέρες μας ἀποτελεῖ κατὰ βάση τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἔρευνας ἀπὸ μὴ ὀρθοδόξους, τόσο μὲ τὶς κριτικὲς ἐκδόσεις ὅσο καὶ τὶς ἑρμηνευτικὲς μελέτες. Τί σημαίνει λοιπὸν αὐτὸ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη κατανόηση τῆς Παράδοσης καὶ τῶν Πατέρων;

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, νομίζω, ὅτι μᾶς ἀναγκάζει νὰ σκεφτοῦμε πολὺ πιὸ προσεκτικὰ γιὰ τὸ τί ἐννοοῦμε μὲ τὴν ἔννοια Πατέρες καὶ τὴν μαρτυρία τῶν Πατέρων. Στὸν Φλωρόφσκυ λ.χ. ἄρεσε νὰ ἀναπτύσσει τὶς ἰδέες του γιὰ τὴν πατερικὴ μαρτυρία, μὲ ἀφορμὴ τὴν φράση «ἑπόμενοι τοὶς ἁγίοις πατράσιν», φράση πού, ὅπως ἐπιβεβαίωνε, εἰσήγαγε συνοδικὲς ἀποφάσεις. Ἡ πρώτη καὶ πλέον διάσημη χρήση αὐτῆς τῆς φράσης ἔγινε στὴν Δ´ Οικουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας τὸ 451. Ὡστόσο δὲν εἰσάγει στὸν Χαλκηδόνιο Ὄρο, ἀλλὰ ἀντίθετα εἰσάγει ἁπλῶς στὴν τελευταία παράγραφο, ποὺ συχνά, ἂν καὶ λανθασμένα, θεωρεῖται ὅτι εἶναι ὁ ὅρος. Διότι ὁ Ὅρος Πίστεως ἀρχίζει, ὑπενθυμίζοντας τὰ λόγια του Χριστοῦ ποὺ ὁ ἴδιος ἀπηύθυνε στοὺς μαθητές του σύμφωνα μὲ τὸ Ἰω. 14:27: «εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν», ἐνῶ στὴ συνέχεια ἀναφέρει τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας ποὺ ἐπικυρώθηκαν ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Ἐφέσου, τὸν Τόμο τοῦ Λέοντος ποὺ στάλθηκε στὸν Φλαβιανό, ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως ποὺ τώρα «ἀνήκει στὴν χορεία τῶν ἁγίων». Συνεπῶς, τὸ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν» σημαίνει ἑπόμενοι τῷ Χριστῷ καὶ τῇ ἀποστολικῇ μαρτυρία για Εκείνον. Πιὸ συγκεκριμένα ἡ φράση αὐτὴ ἀναφέρεται ὄχι γενικὰ στοὺς Πατέρες, ἀλλὰ στοὺς Πατέρες τῶν τριῶν πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μὲ τὴν ἐπιπλέον ἀναφορὰ τοῦ Κυρίλλου καὶ τὴν προσθήκη τοῦ Λέοντος.

Θεωρώντας ὅτι μὲ τοὺς ὅρους αὐτοὺς γίνεται μία γενικότερη ἀναφορὰ στὴν πατερικὴ παράδοση, ὁ Φλωρόφσκυ δὲν ἔκανε λάθος, ὅπως ἰσχυρίζεται, στὸ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Ἀγγλικανὸ πατρολόγο G. L. Prestige, σημειώνοντας ὅτι «οἱ Πατέρες ἦσαν πραγματικοὶ ἐμπνευσταὶ τῶν Συνόδων» . Αὐτὸ θὰ σήμαινε ὅτι οἱ «Πατέρες» τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε, εἶναι οἱ Πατέρες τῶν ὁποίων ἡ δογματικὴ σκέψη κατοχυρώθηκε στὶς Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας. Μερικὰ χρόνια μετὰ τὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου, βρίσκουμε τὸν Βικέντιο ἐκ Λειρίνου νὰ προσπαθεῖ νὰ ὁρίσει τί σημαίνει ἡ διατύπωση «ecclesiae catholicae traditio», ἡ παράδοση δηλαδὴ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια. Ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ἦταν ὅτι αὐτὴ ἡ παράδοση ποὺ πρέπει νὰ τηροῦμε εἶναι «id… quod ubique, quod semper, quod ab omnibus creditum est» — «ὅ,τι ἐπιστεύθη παντοῦ, πάντοτε καὶ ἀπὸ πάντας» . Ὡστόσο αὐτὸς ὁ «ὁρισμός» ἀποτελεῖ περισσότερο μία προσδοκία: δὲν βοηθᾶ πολὺ στὸ νὰ προσδιοριστεῖ ποιοὶ εἶναι οἱ ἅγιοι Πατέρες — ἐκτὸς κι ἂν πρέπει νὰ ταυτιστοῦν μὲ τὸ omnes (πάντας), ἀλλὰ σὲ κείνη τὴν περίπτωση πρόκειται γιὰ ἁπλὴ λήψη τοῦ ζητουμένου. Ὑπῆρξαν βέβαια καὶ μεταγενέστερες ἀπόπειρες νὰ προσδιοριστοῦν ποιοὶ εἶναι οἱ Πατέρες, ἢ ἔστω ὁ κεντρικὸς πυρήνας τους: οἱ τρεῖς Ἱεράρχες καὶ Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἡ μνήμη τῶν ὁποίων τιμᾶται στὶς 30 Ἰανουαρίου. Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιοὶ εἶναι οἱ Πατέρες δὲν εἶναι ἁπλό. Ἴσως δείχνει ἐπίσης ὅτι οἱ «Πατέρες» δὲν εἶναι ὅλοι ἴσοι: ὑπάρχουν ὁρισμένοι ποὺ ξεχωρίζουν ὡς φάροι ποὺ μὲ τὸ φῶς τους ἀποσαφηνίζουν τὴν μαρτυρία τῶν Πατέρων στὸ σύνολό της.

Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πρόταση ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ λάβουμε ὑπόψη μας καὶ τὴ συναντᾶμε στὸν Βικέντιο ἐκ Λειρίνου ἀλλὰ ἐντελῶς παράδοξα καὶ στὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Μετὰ ἀπὸ μία σύντομη συζήτηση γιὰ τὰ τρία γνωρίσματα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς παγκόσμια, ἀμετάβλητη καὶ καθομολογούμενη ἀπὸ ὅλους, παρουσιάζει ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικό της: αὐτὸ εἶναι, ὅτι ἔτυχε ὑπερασπίσεως ἀπὸ τοὺς ὁμολογητὲς καὶ τοὺς μάρτυρες μέχρι τοῦ σημείου τοῦ πάθους καὶ τοῦ θανάτου. Τὸ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ τὸ ξαναβρίσκουμε στὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος μιλᾷ γιὰ τὴν ἀληθινὴ παράδοση τῆς πίστεως ποὺ εἶναι θεμελιωμένη στοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους, τοὺς Πατέρες καὶ τὶς Συνόδους ὅπου διακήρυξαν τὴν πίστη τους, γεγονὸς ποὺ κατέστη δυνατὸ μέσα ἀπὸ τὶς κακουχίες, τόσο ἐκείνων ποὺ ὑφίσταντο διωγμοὺς καὶ μαρτύρια ὅσο καὶ ἐκείνων ποὺ διακρίθηκαν γιὰ τὴν ἀσκητική τους ζωή.

Ποιὰ διαφορὰ ἐπιφέρει ἡ φύση τῆς σύγχρονης πατρολογικῆς ἔρευνας, στὴν δική μας κατανόηση τῆς ἐπίκλησης τῶν Πατέρων; Νομίζω ὅτι θὰ σχηματίσουμε μία καλύτερη εἰκόνα γι’ αὐτό, ἐὰν φέρουμε στὸ μυαλό μας τὴν ἱστορία τῆς πατρολογικῆς ἔρευνας. Μποροῦμε νὰ πᾶμε πίσω στὴν ἴδια τὴν πατερικὴ περίοδο, διότι ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα καὶ μετά, οἱ χριστιανοὶ θεολόγοι ἀρχίζουν νὰ ἀπευθύνονται στοὺς «Πατέρες», προκειμένου νὰ στηρίξουν τὴν ἐπιχειρηματολογία τους. Συλλογὲς ἀπὸ πατερικὲς ἀναφορές, πρωτίστως πάνω σὲ ἐρωτήματα χριστολογίας, ἀποτελοῦν τὴν βασικὴ ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς ἐπίκλησης τῶν Πατέρων . Ἡ πατρολογικὴ ἔρευνα ὡστόσο, ἀναδύεται τὴν περίοδο τῆς Ἀναγέννησης καὶ τῆς Μεταρρύθμισης, γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν ἐπίκληση τῶν Πατέρων ποὺ γινόταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρωπιστές, καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἐναντίον τῶν Προτεσταντῶν καὶ τούμπαλιν: πολλὰ ἀπὸ τὰ σημαντικὰ μνημεῖα τῆς πατερικῆς σοφίας — ποὺ κυμαίνονται ἀπὸ ἐκδόσεις κειμένων μέχρι τὴ διασάφηση γεγονότων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας — εἶχαν ὡς κίνητρο τὴν πολεμική. Πολλὰ ἀπὸ τὰ περίφημα ὀνόματα ποὺ εἶναι γνωστὰ στοὺς πατρολόγους — ὅπως λ.χ. οἱ Le Nain de Tillemont, Muratori, Mabillon, Montfaucon — ἀνήκουν σὲ μία ἱστορία πολεμικῆς, ἡ ὁποία πρόσφατα διερευνήθηκε μὲ θαυμάσια ἀποτελέσματα ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Bruno Neveu . Ὡστόσο, ὁποιοσδήποτε κι ἂν ἦταν ὁ στόχος, τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι τα κείμενα των Πατέρων έγιναν ευρύτερα διαθέσιμα μὲ ἕναν τρόπο ἄγνωστο μέχρι τότε, τουλάχιστον γιὰ τοὺς ἴδιους τους ἐρευνητές. Αὐτὸ ἔστρεψε τὸ ἐνδιαφέρον τῆς ἔρευνας στοὺς ἴδιους τοὺς Πατέρες καὶ σὲ προσπάθειες νὰ καταστοῦν τὰ ἔργα τους διαθέσιμα σὲ μετάφραση στὴν Ἀγγλία καὶ τὴ Ρωσία, τουλάχιστον, κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα (προφανῶς αὐτὸ ἰσχύει ἀναμφίβολα καὶ σὲ ἄλλες περιοχές, κάτι, ὅμως, ποὺ ἐγὼ τουλάχιστον δὲν τὸ γνωρίζω).

Ὁ J.-P. Migne ἐξέδωσε τὶς σειρές τῶν Λατίνων καὶ Ἑλλήνων Πατέρων τὸν 19ο αἰῶνα — Patrologia Graeca, Patrologia Latina — ποὺ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ λάθη τους (ὅπως οἱ μεγάλες διαφορὲς στὴν ποιότητα τῶν ἐκδόσεων ποὺ χρησιμοποιήθηκαν καὶ ἡ ὀρθότητα στὴν ἀναπαραγωγή τους), προσέφεραν ἕνα βασικὸ καὶ εὐρὺ πεδίο ἀναφορᾶς γιὰ τὴν πρόσβαση στὸ ἔργο τῶν Πατέρων ποὺ εἶναι ἀκόμη πολύτιμο. Περὶ τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα, διάφορες ἐπιστημονικὲς σειρὲς μὲ τὰ ἔργα τῶν Πατέρων ἐγκαινιάστηκαν, μὲ ἀποκορύφωμα ἀργότερα, κατὰ τὸν 20ο αἰῶνα, τὶς περίφημες λατινικὲς καὶ ἐλληνικὲς σειρὲς τοῦ Corpus Christianorum. Παράλληλα μὲ τὶς σειρὲς αὐτὲς ὑπάρχουν σήμερα κι ἄλλες, ἰδιαιτέρως τὸ Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium, μὲ ὑποδιαιρέσεις σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἀνατολικὲς γλῶσσες: συριακά, ἀρμενικά, κοπτικὰ κ.ἄ. Ἡ πλέον σημαντική, ὅμως, μεταξὺ τῶν σειρῶν αὐτῶν ὑπῆρξε μᾶλλον ἐκείνη ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1943 ἀπὸ τοὺς Henri de Lubac καὶ Jean Danielou, γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Sources Chretiennes, ποὺ ἀριθμεῖ σήμερα ἑκατοντάδες τόμους, ἐκδίδοντας ἔργα σὲ ἀνατολικὲς γλῶσσες, ὅπως ἐπίσης στὰ λατινικά καὶ ἑλληνικὰ μὲ γαλλικὴ μετάφραση.
Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐκδοτικὲς σειρὲς ἔχουν καταστήσει τοὺς Πατέρες πολὺ πιὸ προσιτοὺς ἀπὸ ὅ,τι ὑπῆρξαν ποτέ, μεταβάλλοντας σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ φύση τῆς προσφυγῆς στοὺς Πατέρες. Ἂν καὶ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις παραμένει ἡ πολεμικὴ χρήση τῶν Πατέρων, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε καὶ τὴν προσφυγὴ στὸ ἔργο τους κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἀναγέννησης καὶ τῆς Μεταρρύθμισης, αὐτὸ πολὺ δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό της σύγχρονης πατρολογικῆς ἔρευνας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα οἰκουμενικὸ ἐγχείρημα. Ὁ πατερικὸς πλοῦτος ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἡ σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογία, μπορεῖ καὶ ὄντως ἀντλεῖ, ἔχει προσφερθεῖ κατὰ κύριο λόγο ἀπὸ τὴν δυτικὴ ἔρευνα, μάλιστα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν ρωμαιοκαθολική, ἂν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ σημαντικὰ ὀνόματα στὴν πατρολογικὴ ἔρευνα ὑπῆρξαν Προτεστάντες. Αὐτὸ τὸ φαινόμενο εἶναι γνωστὸ καὶ ὑπῆρξε ἀντικείμενο τῆς ἴδιας τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας: δυὸ συλλογικοὶ τόμοι τὸ πιστοποιοῦν — ὁ τόμος Les Pères de l’Eglise au XXe siècle ἀφιερωμένος στὸν ἑορτασμὸ τῆς 50ης ἐπετείου τῆς Sources Chretiennes καὶ μὲ περισσότερο ξεκάθαρο τρόπο ὁ τόμος Patristique et Œcumenisme: thèmes, contextes, personages ὅπου δημοσιεύονται τὰ πρακτικὰ ἑνὸς συνεδρίου ποὺ πραγματοποιήθηκε στὸ Tomi τῆς Ρουμανίας καὶ ἔλαβαν μέρος Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι ἐπιστήμονες.

Αὐτὴ ἡ οἰκουμενικὴ διάσταση ἔχει συνέπειες γιὰ τὴν ἴδια φύση τῆς πατερικῆς αὐθεντίας. Παραδοσιακά, οἱ Πατέρες χρησιμοποιήθηκαν ὡς ἕνα ὁπλοστάσιο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο λαμβάνονταν τὰ κατάλληλα ὅπλα γιὰ νὰ πολεμηθεῖ ὁ ἑκάστοτε ἀντίπαλος. Ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα, χρησιμοποιοῦνταν ὡς αὐθεντίες γιὰ τὴν ὑπεράσπιση θέσεων ἐνάντια σὲ ἄλλες θέσεις, οἱ ὁποῖες ἐθεωροῦντο ὅτι εἶναι ἐσφαλμένες, καθὼς ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ οἰκουμενικὴ διάσταση τῆς σύγχρονης πατρολογικῆς ἔρευνας ἐγκαταλείπει μία τέτοια πολεμικὴ χρήση καὶ προτείνει ἕναν περισσότερο παραγωγικὸ τρόπο χρήσης τῶν Πατέρων: ὡς ἕνα θησαυρό, ὅπου μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν πλοῦτο τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης ποὺ παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους διαμέσου τῶν Πατέρων. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ φαίνεται κάπως ριζοσπαστικό, ἀλλὰ τὸ πόσο ριζοσπαστικὸ εἶναι πράγματι θὰ διαφανεῖ στὴ συνέχεια. Τὸν τελευταῖο αἰῶνα κατέστησαν διαθέσιμα ὅπως ποτὲ ἄλλοτε πρὶν (ἀκόμη καὶ σὲ κείνους ποὺ πραγματικὰ τὰ θεωροῦσαν σημαντικά) τὰ γραπτὰ κείμενα ὅσων καταδικάστηκαν ὡς αἱρετικοί. Αὐτὸ ἰσχύει κυρίως γιὰ τὶς παραδόσεις ἐκεῖνες στὴν Ἀνατολὴ ποὺ ἀπέρριψαν τὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας, τὶς παραδόσεις ποὺ ἔχουμε συνηθίσει νὰ ἀποκαλοῦμε «Νεστοριανικές» καὶ «Μονοφυσιτικές». Διαθέτουμε πλέον πρόσβαση σὲ ἔργα γραμμένα στὰ ἑλληνικά, τὰ ὁποῖα ὅμως διασώθηκαν στὰ συριακά, ἐπειδὴ οἱ συγγραφεῖς τους καταδικάστηκαν ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορικὴ Ἐκκλησία καὶ τὶς Συνόδους της: ὁ Εὐάγριος, ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας, ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας. Ἐπιπλέον ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔγραψαν στὰ συριακὰ ἢ ἀρμενικά: ἐπίσκοποι ὅπως ὁ Φιλόξενος του Mabbug, ὁ Ἰάκωβος τοῦ Serug, σημαντικοὶ πνευματικοὶ πατέρες ὅπως ὁ Ἰσαὰκ τῆς Νινευῆ, ὁ Dadisho, ὁ Ἰωσὴφ Hazzaya, ὁ Ἰωάννης τῆς Dalyatha, ἐξαίρετοι ἐρευνητὲς ὅπως ὁ Γρηγόριος τοῦ Narek. Αὐτοὶ ὅλοι θεωροῦνται ὡς αἱρετικοί, καὶ ὁρισμένοι ἀπὸ αὐτοὺς καταδικάζονται στοὺς ὕμνους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας . Ὁρισμένοι ἀπὸ αὐτοὺς μπόρεσαν, κατὰ κάποιο τρόπο, νὰ ξεγλιστρήσουν, καὶ τὰ ἔργα τους διατηρήθηκαν στὰ ἑλληνικά: πολλὰ ἀπὸ τὰ διασωθέντα ἔργα τοῦ Εὐάγριου, ἀποδίδονταν σὲ ἄλλους συγγραφεῖς, ἐνῷ πολλὲς ἀπὸ τὶς ἀσκητικὲς ὁμιλίες τοῦ Ἰσαὰκ τῆς Νινευῆ (γνωστοῦ ὡς Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου) μεταφράστηκαν στὰ ἑλληνικὰ κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα ἀπὸ δυὸ μοναχοὺς τῆς μονῆς Mar Saba, καὶ ἔγιναν διάσημες σὲ ὁλόκληρο τὸν ὀρθόδοξο κόσμο, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ συγγραφέας τους θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ (ὅπως καί συνέβη) Νεστοριανός. Σήμερα, ὅλα αὐτὰ τὰ κείμενα εἶναι ἄμεσα διαθέσιμα, καὶ μπορεῖ κανείς νὰ βρεῖ σ’ αὐτὰ ἕναν πλοῦτο πνευματικῆς σοφίας καὶ θεολογικοῦ στοχασμοῦ, γεγονὸς ποὺ δείχνει ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀπορρίπτονται μὲ τὸ νὰ βαπτίζονται ὡς «αἱρετικά». Ὁ Μονοφυσίτης ἐπίσκοπος Φιλόξενος του Mabbug λ.χ. ἐνέπνευσε ἕνα ἀξιοσημείωτο ἔργο ἑνὸς Γάλλου φιλοσόφου.

Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ἀκάματη προσπάθεια τῆς πατρολογικῆς ἔρευνας ἔχει ἀλλάξει τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχουμε γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τοὺς γνωρίζουμε πλέον πολὺ καλύτερα, ἢ τουλάχιστον διαθέτουμε τὶς πηγὲς ἐκεῖνες ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἀποκτήσουμε μία τέτοια γνώση. Ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους φέραμε σὲ ἀντιπαράθεση τὶς παραδοσιακὲς κατηγορίες «Ὀρθόδοξος» καὶ «αἱρετικός», τώρα πλέον φαντάζουν ἐντελῶς ἐπιφανειακοί. Αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαίτερα γιὰ τὰ σχίσματα ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὶς Συνόδους τῆς Ἐφέσου καὶ τῆς Χαλκηδόνας κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα. Οἱ περισσότεροι ἐρευνητὲς ποὺ τὰ μελέτησαν θεωροῦν ὅτι οἱ διαφορὲς μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τῶν «Μονοφυσιτῶν» σχετικὰ μὲ τὸν ἐκ μέρους τους τρόπο κατανοήσης τοῦ Χριστοῦ, εἶχαν νὰ κάνουν περισσότερο μὲ τὸ ὕφος τῆς θεολογίας παρὰ μὲ θεμελιώδεις διαφορὲς σὲ θέματα πίστης. Αὐτὸ ποὺ οἱ ὀρθόδοξοι καταδικάζουν ὡς «μονοφυσιτισμό» — μία σύγχυση τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσης στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ — δὲν φαίνεται νὰ εἶναι κάτι ποὺ γίνεται ἀποδεκτὸ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀπέρριψαν τὴν Χαλκηδόνα. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ «Ὀρθοδοξία» δὲν εἶναι ὑπόθεση σημαντική: ἀντίθετα μάλιστα, σημαίνει ὅτι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ Ὀρθόδοξοι μποροῦν νὰ ἐκφραστοῦν ποικίλουν περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἔχουμε συνηθίσει νὰ νομίζουμε, καὶ αὐτὸ ἰσχύει πιὸ πολὺ ὅταν οἱ χριστιανοὶ ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ ἄλλες παραδόσεις ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνη τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας καὶ τῆς Ρώμης. Ἴσως, βιαζόμαστε (λίγο) νὰ μιλήσουμε γι’ αὐτὸ ποὺ ὁ Φλωρόφσκυ ἀποκάλεσε «τὸ πατερικὸ φρόνημα», ἐπιδιώκοντας ἔτσι νὰ τὸ κάνουμε κτῆμα μας, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὰ δικά μας προβλήματα. Αὐτό, ὡστόσο, θὰ ἐνεῖχε τὸν κίνδυνο νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ μία πολὺ περιορισμένη χρήση καὶ κατανόηση τῶν Πατέρων. Δὲν εἶμαι σίγουρος σὲ ποιὸ βαθμὸ αὐτὴ ἡ κατηγορία θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἀποδεκτὴ στὴν περίπτωση τοῦ Φλωρόφσκυ: γιὰ κεῖνον ἡ ἀπόκτηση τοῦ «πατερικοῦ φρονήματος» θὰ σήμαινε «ἕναν μυστηριώδη τρόπο ασκητικού κατορθώματος (podvig), μία ὁδὸ μυστικῆς καὶ σιωπηλῆς ἄσκησης γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» . Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὑπάρχει μία πληθώρα διαφορετικῶν φωνῶν μεταξὺ τῶν Πατέρων, γεγονὸς πού μας φανερώνει αὐτὸ ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποκάλεσε «πολυποίκιλος σοφία τοῦ θεοῦ». Οἱ Πατέρες μας εἰσάγουν σ’ ἕναν θησαυρὸ μὲ ἀπίστευτη ποικιλία ἰδεῶν, ὅπου μποροῦμε νὰ βρίσκουμε διαρκῶς τὶς πολλαπλὲς ἐπιπτώσεις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο.

Προκειμένου νὰ ἀρχίσουμε νὰ τὸ ἀντιλαμβανόμαστε αὐτὸ θὰ χρειαζόταν μία ἐπανάσταση στὸν τρόπο ποὺ κατανοοῦμε τὴ θεολογία. Κάτι τέτοιο θὰ εἶχε ἐπιπτώσεις στὸν τρόπο ποὺ κατανοοῦμε τὴν ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Παραμένουμε ἀκόμη ἀρκετὰ ἀμυντικοὶ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο στοχαζόμαστε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς ποὺ φανερώνεται στὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀκόμη πάρα πολὺ φοβισμένοι μήπως καὶ ὑποπέσουμε σὲ κάποιο λάθος. Λησμονοῦμε συχνὰ ὅτι, τουλάχιστον, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἶπε κάποτε ὅτι ὑπάρχουν ζητήματα — ὁ κόσμος, ἡ ὕλη, ἡ ψυχή, οἱ καλὲς καὶ οἱ κακὲς ἔλλογες φύσεις, ἡ Ἀνάσταση καὶ τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ — ὅπου «ἐν τούτοις γὰρ καὶ τὸ ἐπιτυγχάνειν οὐκ ἄχρηστον, καὶ τὸ διαμαρτάνειν ἀκίνδυνον».

Τί σημαίνουν ὅλα αὐτὰ γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, στὸ βαθμὸ ποῦ θεωροῦμε τὴν Ἐκκλησία μας, ὡς Ἐκκλησία τῶν Πατέρων; Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ καλωσορίσουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γνωρίζουμε πλέον περισσότερα πράγματα γιὰ τοὺς Πατέρες, περισσότερα γιὰ τὴν εὐρύτητα τῶν ἐνδιαφερόντων καὶ τῶν ἀνησυχιῶν τους, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἀποτελεῖ πιὰ βασικὸ μέλημα γιά μᾶς νὰ ἐνημερωθοῦμε μονάχα γιὰ τὴν προσφορά τους στὰ θεολογικὰ ζητήματα ποὺ ἀντιμετωπίστηκαν ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους — ἂν καὶ βεβαίως τὰ ζητήματα αὐτά, ποὺ σχετίζονται κατὰ βάση μὲ τὴν τριαδικὴ θεολογία καὶ τὴν χριστολογία, παραμένουν πάντοτε σημαντικά. Ἡ ἐκ μέρους τῶν Πατέρων κατανόηση τῆς φύσης τοῦ κτιστοῦ, τῆς φύσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς σχέσης του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο, τῆς φύσης τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς συνάντησής μας μὲ τὸν Χριστὸ μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Μυστηρίων, ὅλα αὐτὰ ἐμπλουτίζουν τὴν δική μας κατανόηση γιὰ τὴ θεολογία τῶν Πατέρων. Τὸ γεγονὸς ὅτι μεγάλο μέρος ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἦρθε στὸ φῶς ἀπὸ μὴ ὀρθοδόξους ἐρευνητές, ἢ το γεγονός ὅτι μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε βαθύτερη γνώση ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀπέρριψαν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων κατὰ τὴν ἐποχή τους, ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποτελοῦν λόγο ἀνησυχίας. Παρόλα αὐτὰ τὸ ζήτημα παραμένει, ὅτι δηλ. οἱ Πατέρες βρίσκονται σὲ μία ἰδιαίτερη σχέση μαζί μας, μὲ ἕναν τρόπο ποὺ δὲν εἶναι ἀναγκαστικὰ ὁ ἴδιος στοὺς μὴ Ὀρθοδόξους χριστιανοὺς (ἂν καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ μὴ ὀρθόδοξοι ποὺ ἐκτιμοῦν παρὰ πολὺ τοὺς Πατέρες): τοὺς θεωροῦμε ὡς πατέρες μας, ὡς γονεῖς μας σὲ θέματα πίστης. Ἀνήκουμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἀνήκουμε ὅλοι στὴν ἴδια οἰκογένεια. Πῶς τὸ ξέρουμε αὐτό; Πῶς τὸ βιώνουμε αὐτό; Ὁ π. Φλωρένσκυ μίλησε κάποτε γιὰ τὴν «ὀρθόδοξη γεύση», γιὰ ἕναν τρόπο νὰ ἀντιλαμβάνεσαι περισσότερα ἀπὸ ὅσα μποροῦν νὰ γίνουν ἀντιληπτὰ (μὲ τὶς αἰσθήσεις) — καθὼς γιὰ ὅλους τους χριστιανούς, αὐτὸ ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε ὡς ἀλήθεια εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ τὸ ὑπαινίχθηκε κάποτε αὐτὸ λέγοντας ὅτι ἡ ἔνταξη στὴν παράδοση τὴν ὁποία ἀνακαλύπτουμε μέσῳ τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ ἕνα ζήτημα ἐνοίκησης στὸ «περιθώριο τῆς σιωπῆς» ποὺ περιβάλλει τὶς Γραφές, ἀφουγκραζόμενοι τὴν πραότητα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ δυὸ αὐτοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἐπιχειροῦμε νὰ χαρακτηρίσουμε τί σημαίνει νὰ εἰσέρχεται κάποιος στὴν παράδοση τῶν Πατέρων, στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελοῦν ἕνα ζήτημα αὐτοῦ ποὺ ὁ θετικός ἐπιστήμων Michael Polanyi ἀποκάλεσε «σιωπηρὴ διάσταση». Θὰ ἔλεγα μάλιστα, ὅπως τὸ ἔχω ἤδη κάνει, ὅτι αὐτὴ ἡ σιωπηρὴ διάσταση εἶναι κάτι μὲ τὸ ὁποῖο ἐξοικειωνόμαστε μέσῳ τῆς προσευχῆς, παρὰ μὲ τὴ σκέψη . Ἐπιπλέον, εἶναι ἕνα ζήτημα στάσης, μίας στάσης ποὺ ἐνισχύεται, περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θείας Λειτουργίας. Ἡ ἐμπειρία τῆς θείας Λειτουργίας, μοῦ φαίνεται ὅτι ἀποκτᾶ ἐξαιρετικὴ σημασία προκειμένου κάποιος νὰ ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν πατερικὴ παράδοση. Αὐτὸ ὀφείλεται ἐν μέρει στὸ γεγονὸς ὅτι τὰ λειτουργικὰ κείμενα ποὺ ψάλλουμε προέρχονται συνήθως ἀπευθείας ἀπὸ τὰ γραπτὰ τῶν Πατέρων. Θὰ μποροῦσε κάποιος στὴν περίπτωση αὐτὴ νὰ παρομοιάσει τὴν πατερικὴ θεολογία μὲ ἕνα τραγούδι. Ἂν ὡστόσο προχωρήσουμε πιὸ βαθιὰ στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα πρωτίστως στὴν θεία Λειτουργία, θὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι γινόμαστε ἕνα μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στεκόμαστε δίπλα τους τὴ στιγμὴ ποὺ προσευχόμαστε, μία προσευχὴ ποὺ ἐπιδιώκει νὰ ἀπαντήσει στὴν ἀγάπη τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ (ὁ ὁποῖος εἶναι παρὼν μαζί μας στὴ θεία Λειτουργία), κουβαλώντας μαζί μας σὲ αὐτὴν τὴν ἀπάντηση καὶ τὶς ἀνησυχίες τοῦ κόσμου, προκειμένου αὐτὲς νὰ ἐνσωματωθοῦν στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Μοιραστείτε αυτό το βίντεο

Αφήστε το σχόλιό σας

Δεν έχετε συνδεθεί ακόμα. Μπορείτε να συνδεθείτε και μέσω :